βασίλειο(ν)

βασίλειο(ν)
τό
1) королевство, царство; 2) перен. мир, круг, царство;

ζωϊκό βασίλειο(ν) — животное царство, животный мир;

φυτικό βασίλειο(ν) — растительный мир; — царство природы;

§ σόϊ πάει το βασίλειο(ν) — одного поля ягода;

του φάνηκε σα να τού χάρισαν 8να βασίλειο(ν) — ему казалось, что он самый счастливый человек на свете;

αξίζεις ένα βασίλειο(ν) — бесценный ты человек


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "βασίλειο(ν)" в других словарях:

  • βασίλειο — το (AM βασίλειον, Α και βασιλήϊον, ιων. τ.) 1. (στον εν. ή πληθ.) βασιλική κατοικία, ανάκτορο 2. η επικράτεια του βασιλιά 3. το βασιλικό αξίωμα και η εξουσία νεοελλ. 1. χώρα της οποίας ανώτατος άρχοντας είναι ο βασιλιάς («το βασίλειο της Δανίας») …   Dictionary of Greek

  • βασίλειο — το 1. χώρα που κυβερνιέται από βασιλιά: Η Ευρώπη έχει πια ελάχιστα βασίλεια. 2. χώρος ή ομάδα όπου κάποιος κυριαρχεί: Το σπίτι του είναι το βασίλειό του. 3. μεγάλο αγαθό: Δε θα το κάνω, έστω κι αν μου χαρίσουν βασίλειο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ηνωμένο Βασίλειο — Επίσημη ονομασία: Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας Συντομευμένη ονομασία: Μεγάλη Βρετανία Έκταση: 244.820 τ. χλμ. Πληθυσμός: 59.647.790 (2001) Πρωτεύουσα: Λονδίνο (6.962.319 κάτ. το 2001)Κράτος της βορειοδυτικής… …   Dictionary of Greek

  • Ιούδα, βασίλειο — Μία από τις δύο πολιτικές οντότητες στις οποίες διαιρέθηκε το βασίλειο του Σολομώντα μετά τον θάνατό του. Πρωτεύουσά του ήταν η Ιερουσαλήμ. Βλ. λ. Εβραίοι (Ιστορία) …   Dictionary of Greek

  • Δύο Σικελιών, Βασίλειο — Βλ. λ. Ανδηγαυία· Νάπολη· Σικελία· Ιταλία …   Dictionary of Greek

  • Καρθλίου, βασίλειο — Ονομασία με την οποία αναφέρεται από τον 16o αι. η χώρα της Υπερκαυκασίας, Γεωργία (βλ. λ.) …   Dictionary of Greek

  • Μιτάνι — Βασίλειο που βρισκόταν ανατολικά του Ευφράτη και λεγόταν από τους Ασσύριους Χανιγκαλμπάτ. Εθνικά, οι κάτοικοι του ανήκαν στους Χουρρίτες. Το βασίλειο του Μ. άκμασε ανάμεσα στο 1500 και στο 1365 π.Χ. Η τοποθεσία της πρωτεύουσάς του Βασουγκάνι δεν… …   Dictionary of Greek

  • Ιδάλιον — Βασίλειο της Κύπρου κατά την αρχαιότητα. Βρισκόταν στη σημερινή επαρχία της Λευκωσίας. Σύμφωνα με την παράδοση, ιδρυτής και πρώτος βασιλιάς του ήταν ο Έλληνας Χαλκάνωρ, που έζησε την εποχή της Αργοναυτικής εκστρατείας. Το βασίλειο υποτάχθηκε το… …   Dictionary of Greek

  • αβάντι — Βασίλειο των αρχαίων Ινδιών στην περιοχή της σημερινής Μάλβα, κέντρο διαμετακομιστικού εμπορίου μεταξύ βόρειας και νότιας Ινδίας. Ήταν ένα από τα ισχυρότερα κράτη των Ινδιών την εποχή του Βούδα (557 477 π.Χ.). Την περίοδο αστάθειας του 4ου αι.… …   Dictionary of Greek

  • Αίγυπτος — I Κράτος της βορειοανατολικής Αφρικής και (σε μικρό μέρος) της δυτικής Ασίας.Συνορεύει στα Δ με τη Λιβύη, στα Ν με το Σουδάν και στα ΒΑ με το Ισραήλ, ενώ βρέχεται στα Β από τη Μεσόγειο θάλασσα και στα Α από την Ερυθρά θάλασσα.Η Α. (αλ… …   Dictionary of Greek

  • Ιταλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ιταλίας Έκταση: 301.230 τ. χλμ. Πληθυσμός: 56.305.568 (2001) Πρωτεύουσα: Ρώμη (2.459.776 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ευρώπης. Συνορεύει στα ΒΔ με τη Γαλλία, στα Β με την Ελβετία και την Αυστρία, στα ΒΑ με τη… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»